ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

1. Γλώσσα

 

Γλώσσα, Φθόγγοι, Γενεαλογία γλωσσών, Ιστορία, Οι άλλες ήπειροι

 

 

2. Γραφή

 

                                                               Κεφάλαιο 1 - Η γραφή

                                                       Κεφάλαιο 2 - Ο Πάπυρος

           Κεφάλαιο 3 - Η Μελάνη                                         

                                                       Κεφάλαιο 4 - Η ιστορία του χαρτιού

                                                       Κεφάλαιο 5 - Το βιβλίο

 

3. Βιβλιοθήκες

 

4.  Τυπογραφία

 

                                                              Κεφάλαιο 1 - Λίγο πριν τον Γουτεμβέργιο

                                                       Κεφάλαιο 2 - Η τυπογραφία από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα

                                                       Κεφάλαιο 3 - Η περίοδος της εκβιομηχάνισης (19ος αι.)

1. Γλώσσα

 

ΓΛΩΣΣΑ:

Ο όρος γλώσσα έχει ευρύτητα χρήσεων. Χρησιμοποιείται κυρίως για να αναφερθούμε στη φυσική γλώσσα του ανθρώπου.

Γίνεται όμως αναφορά του όρου και σε περιπτώσεις τεχνητών και μη ανθρώπινων σημειακών συστημάτων (μιμόγλωσσα, τυπικές γλώσσες των μαθηματικών και της πληροφορική, γλώσσες προγραμματισμού, συστήματα επικοινωνίας ζώων κ.λπ.). Υπάρχει επίσης και η χρήση του όρου σε συγκεκριμένες ομιλούμενες γλώσσες (αγγλική, σουαχίλι, κινεζική, αλβανική, ελληνική κ.λπ.).

Η φυσική διαδικασία απόκτησης μιας γλώσσας, που συμβαίνει κατά τα 4-5 πρώτα χρόνια ζωής του ανθρώπου, αναφέρεται ως μητρική και είναι η φυσική εξέλιξη του ανθρώπου. Η γλώσσα γίνεται το απαραίτητο πλέον μέσο με το οποίο ο άνθρωπος επικοινωνεί και γνωρίζει το περιβάλλον του. Με μια ολοκληρωμένη γλωσσική αγωγή, ο ομιλητής κάθε γλώσσας είναι σε θέση να συνδυάζει τη γνώση του συστήματος της γλώσσας, για την παραγωγή και την πρόσληψη μηνυμάτων.

Πιστεύεται, ότι δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον όρο γλώσσα, με τη σημασία της συγκεκριμένης εθνικής γλώσσας, και στον όρο διάλεκτος. Σύμφωνα με τη διατύπωση του Max Weinrich, «γλώσσα είναι μια διάλεκτος με στρατό και στόλο», ενώ —σύμφωνα με άλλη διατύπωση— «διάλεκτος είναι μια ηττημένη γλώσσα και με άλλη διατύπωση» δεν υπάρχουν πρότυπες γλώσσες και διάλεκτοι τους , απλώς υπάρχει μια γλώσσα πλούσια όπου μια έννοια μπορεί να αποδοθεί με διαφορετικούς τρόπους και ακόμα μια άλλη διατύπωση λέει πως «όλες οι γλώσσες του κόσμου, σε όλους τους καιρούς, είναι διάλεκτοι μιας πρώτης κοινής γλώσσας που πριν χιλιάδες χρόνια ήτο παγκόσμια γλώσσα». Όλες οι διατυπώσεις είναι το ίδιο ορθές ή λανθασμένες, αφού ακόμα καμιά δεν έχει επαληθευθεί.

Η γλώσσα ως σύστημα και ως χρήση.

 

Τι είναι γλώσσα;

 

Γλώσσα είναι το σύστημα ήχων (‘φθόγγων’) και εννοιών που χρησιμοποιούν οι ανθρώπινες κοινότητες για να επικοινωνήσουν.

 

Γλώσσα ανθρώπων και ''γλώσσες' ́' άλλων ειδών.

Η γλωσσική επικοινωνία θεωρείται η πιο εξελιγμένη μορφή επικοινωνίας.

Η γλωσσική επικοινωνία ('έναρθρος λόγος') είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα μόνο του ανθρώπινου είδους.

Οι κώδικες επικοινωνίας των ζώων δεν είναι ακριβώς ''γλώσσες''.

Tο γλωσσικό σύστημα και οι σχέσεις μεταξύ των στοιχείων που το απαρτίζουν αποτελεί το αντικείμενο περιγραφής και ανάλυσης του γλωσσολόγου.

Ο Ελβετός γλωσσολόγος Φερντινάν ντε Σωσύρ (Saussure) έκανε πρώτος λόγο για τη γλώσσα ως σύστημα επικοινωνίας (1916).

Σύστημα θεωρείται ένα σύνολο στοιχείων τα οποία δεν μπορούν να οριστούν παρά μόνο σε αναφορά στις σχέσεις τους με άλλα στοιχεία.

Ο Σωσύρ διακρίνει τρεις όψεις στο ανθρώπινο σύστημα επικοινωνίας, τον λόγο, τη

γλώσσα και την ομιλία.

 

1. ‘λόγος’: Η ικανότητα του ανθρώπινου είδους να επικοινωνεί με έναρθρο λόγο.

2. ‘γλώσσα’:Το αφηρημένο γραμματικό σύστημα που έχουν εσωτερικευμένο στη σκέψη τους οι ομιλητές μιας γλώσσας.

 

Η ''γλώσσα'' (langue).

 

Περιλαμβάνει:

τα κοινά για όλους τους ομιλητές μιας γλώσσας φωνολογικά, γραμματικά, συντακτικά, λεξιλογικά στοιχεία και τους κανόνες που καθορίζουν τις σχέσεις των στοιχείων μεταξύ τους.

 

Η ''ομιλία'' (langue).

 

3.‘ομιλία’:

Η χρήση του συστήματος που κάνει ο κάθε ομιλητής.

Εφόσον χαρακτηρίζει την προσωπική παραγωγή και χρήση της γλώσσας είναι κάτι το στιγμιαίο, ατομικό και όχι το γενικό και καθολικό (δεν αφορά όλα τα μέλη μιας γλωσσικής κοινότητας) όπως η γλώσσα.

Η γλώσσα είναι ένα ιδιαίτερα περίπλοκο σύστημα γνώσεων.

Είναι ένας μηχανισμός παραγωγής δυνητικά άπειρων νοημάτων που στηρίζεται στη χρήση ενός μικρού αριθμού φθόγγων.

 

ΦΘΟΓΓΟΙ:

ήχoι που παράγονται από το ανθρώπινο φωνητικό σύστημα και έχουν

σχέση με τη γλωσσική επικοινωνία

 

Η γλώσσα είναι ένα «μαθηματικό» σύστημα.

 

Η γλώσσα αποτελείται από γλωσσικές μονάδες ή γλωσσικές κατηγορίες

οι οποίες συνδυάζονται μεταξύ τους με συγκεκριμένους τρόπους (με βάση,

δηλαδή, κάποιους κανόνες/ κάποιες αρχές.

 

Η γνώση αυτών των κανόνων μας επιτρέπει να παράγουμε έναν θεωρητικά

άπειρο αριθμό εκφωνημάτων (προτάσεων).

Το γλωσσικό σύστημα οργανώνεται σε τρία επίπεδα

Α) Στo φωνολογικό επίπεδο οργανώνονται οι ήχοι για γλωσσική χρήση.

Β) Στο σημασιολογικό επίπεδο οργανώνονται οι έννοιες για γλωσσική χρήση.

Γ) Το γραμματικό επίπεδο συνδυάζει τα δύο προηγούμενα.

Το φωνολογικό επίπεδο

 

Στο φωνολογικό επίπεδο οργανώνεται η τεράστια ποικιλία των ήχων σε λίγες μόνο κατηγορίες ήχων. Η κάθε γλώσσα χρησιμοποιεί διαφορετικούς ήχους για να σημάνει έννοιες.

 

Οι μονάδες του επιπέδου αυτού είναι τα φωνήματα, που συνδυάζονται μεταξύ τους βάσει φωνολογικών κανόνων.

Το σημασιολογικό επίπεδο

 

Στο σημασιολογικό επίπεδο οργανώνεται η τεράστια ποικιλία των εννοιών σε λίγες

μόνο κατηγορίες.

 

Στο επίπεδο αυτό αποδίδονται οι σημασίες των λέξεων αλλά και των μικρότερων τμημάτων που τις αποτελούν(ΜΟΡΦΗΜΑΤΑ).

Επίσης, αποδίδονται οι σημασίες των φράσεων και των προτάσεων.

Το γραμματικό επίπεδο

Το γραμματικό επίπεδο συνδέει τα δύο προηγούμενα και εμπεριέχει δύο τομείς

:τον μορφολογικό τομέα(αφορά τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζονται οι μικρότερες από τη λέξη μονάδες για να σχηματίσουν λέξεις) και

τον συντακτικό τομέα

(αφορά το πώς συνδυάζονται οι λέξεις για να σχηματίσουν προτάσεις).

Η γλώσσα (το γλωσσικό σύστημα) δεν είναι ενιαία και ομοιόμορφη για όλους τους ομιλητές της.

Μια γλώσσα είναι ένα σύνολο λειτουργικά διαφοροποιημένων γλωσσικών χρήσεων ανάλογα με τις περιστάσεις επικοινωνίας.

 

Το γλωσσικό ρεπερτόριο μιας γλωσσικής κοινότητας ή ενός ομιλητή προκύπτει από τον αριθμό και το είδος των χρήσεων της γλώσσας σε αυτήν την κοινότητα.

 

Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ

 Η μετάλλαξη των γλωσσών δημιουργεί μια γενεαλογική διάταξη, ένα «οικογενειακό δέντρο». Η θέση τους στο δέντρο αυτό καθορίζεται από τη συγγένειά τους -- βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, αν πρόκειται για αδελφές ή εξαδέλφες, ή σε διαφορετικό, αν έχουν σχέση προγόνου και απογόνου. Aδελφές γλώσσες είναι η γαλλική, η ιταλική και η ισπανική, οι οποίες, όπως μπορεί να πιστοποιήσει κάθε λάτρης του cafέ au lait, caffέ latte ή cafέ con leche, δε συνιστούν παρά διαφορετικές εκδοχές του ίδιου θέματος. Μαζί μ' αυτές, η ρουμανική, η πορτογαλλική και ορισμένες άλλες γλώσσες, σχηματίζουν τη ρωμανική οικογένεια, που ονομάζεται έτσι επειδή όλες έχουν σαν κοινή μητέρα τη Λατινική Κοινή, την καθομιλουμένη γλώσσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ

 Το ερώτημα αυτό, φυσικά, δεν είχε γίνει αντιληπτό όταν άρχισαν να τίθενται τα θεμέλια της γλωσσωλογίας, που είναι μια σχετικά νεαρή επιστήμη. Ανάμεσα στους πρώτους μεγάλους ερευνητές ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα είναι ο Γουίλιαμ Τζόουνς, 'Αγγλος δικαστής που στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα είχε αποσπαστεί στην Ινδία. Παρότι είχε κάνει δικηγορικές σπουδές, ασχολήθηκε επί μακρό διάστημα με τη σύγκριση ριζών και καταλήξεων της σανσκριτικής -- της κλασικής ινδικής γλώσσας -- με συνώνυμες ή σχετικές λέξεις από άλλες γλώσσες: π.χ. το σανσκριτικό bhratar, που σημαίνει αδελφός, με τα συνώνυμα brothar της γοτθικής, φράτερ της αρχαίας ελληνικής και frater της λατινικής. Το 1796, σε μια διάλεξή του στο Ασιατικό Ίδρυμα της Βενγκάλης, ο Τζόουνς ανακοίνωσε ένα συγκλονιστικό πόρισμα: η σανσκριτική, η ελληνική και η λατινική ήταν αδελφές γλώσσες, αφού και οι τρεις «έχουν αναβλύσει από μια κοινή πηγή, η οποία, μάλλον, δεν υφίσταται πλέον». Ο Τζόουνς υπολόγισε ότι πιθανώς από τον ίδιο προϊστορικό πρόγονο κατάγονταν και η κελτική με την τευτονική.

    Τα συμπεράσματά του σήμαναν την έναρξη μιας επίμονης εξέτασης των σχέσεων ανάμεσα στις γλώσσες που σήμερα ονομάζονται ινδοευρωπαϊκές. Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1816, ο Γερμανός γλωσσολόγος Φραντς Μποπ επαλήθευσε τον ισχυρισμό του Τζόουνς για τη συγγένεια μεταξύ της σανσκριτικής, της ελληνικής και της λατινικής, και πρόσθεσε στον κατάλογο την περσική. Με τη σειρά του, ο νεαρός Δανός φιλόλογος Ράσμους Κρίστιαν Ρασκ χρειάστηκε μόλις δύο χρόνια ακόμη, για να αποδείξει ότι ο κατάλογος αυτός έπρεπε να συμπεριλάβει άλλες δύο πρωτογλώσσες: τη βαλτική και τη σλαβική.

    Αλλά ο Ρασκ δε σταμάτησε εκεί. Λίγο αργότερα παρουσίασε ορισμένα κριτήρια που τα θεωρούσε ουσιώδη για τη συγκριτική μελέτη των γλωσσών. Το βασικότερο, έγραφε, είναι ότι κάθε συμπέρασμα για τη σχέση ανάμεσα σε δύο γλώσσες θα όφειλε να στηρίζεται όχι μόνο στις όποιες βολικές ομοιότητες αλλά και στη μεθοδική εξέταση των δομικών2 τους χαρακτηριστικών. Υπέδειξε ακόμη ότι οι γλώσσες που μιλιούνται σε γεωγραφικά κοντινές περιοχές ανταλλάσσουν απεριόριστο αριθμό λέξεων. Κατά συνέπεια θα έπρεπε να απορρίπτονται ως αδιάφορες οι ομοιότητες που οφείλονται στον δανεισμό και όχι στη συγγενική σχέση: η λέξη cafέ, για παράδειγμα, παρ' ότι κοινή σε πολλές σημερινές γλώσσες, δε θα βοηθούσε τον σύγχρονο ερευνητή στην προσπάθειά του να συνδέσει τη ρωμανική οικογένεια με τη λατινική γλώσσα, αφού ο καφές δεν υπήρχε στα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (πρόκειται για αραβικό ρόφημα που πέρασε στην Ευρώπη τον 17ο αιώνα).

    Η σημαντικότερη καταγραφή των όρων για τις μεταβολές μιας γλώσσας έγινε από τον Γιάκομπ Γκριμ, έναν έξοχο Γερμανό γλωσσολόγο που είναι περισσότερο γνωστός για τα παραμύθια που έγραψε με τον αδελφό του (Η Σταχτοπούτα, Η Χιονάτη κ.ά.). Το 1822 ο Γκριμ συνέχισε το έργο του Ρασκ και παρουσίασε πολλές συστηματικές αντιστοιχίες ανάμεσα στους ήχους των γερμανικών λέξεων και στους ήχους των συνωνύμων τους στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Για παράδειγμα, στη θέση του f της γοτθικής λέξης f-otus (πόδι) η σανσκριτική, η ελληνική και η λατινική γλώσσα, χρησιμοποιούσαν συχνά τον ήχο p: padαs, πόδος και pedis αντίστοιχα. Η προσεκτική χρήση της μεθόδου του Γκριμ έδωσε τη δυνατότητα σε πολλούς άλλους φιλόλογους να καταδείξουν ηχητικές αντιστοιχίες μεταξύ πλήθους γλωσσών και να επεκτείνουν το γενεαλογικό δέντρο της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας, ώστε να συμπεριλάβει κλάδους για την αρμενική και την αλβανική.

    Ως την εκπνοή του δεκάτου ενάτου αιώνα και με τις μεθόδους των Τζόουνς, Μποπ, Ρασκ και Γκριμ ήταν πλέον εφικτή η ανάπλαση λέξεων της μητέρας των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών.

 

ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΗΠΕΙΡΟΙ

    Προτού προλάβει η πρώτο-ινδοευρωπαϊκή να καθιερωθεί για τα καλά, οι γλωσσολόγοι άρχισαν να υποδεικνύουν ομοιότητες ανάμεσα σε αυτήν και σε άλλες γλωσσικές οικογένειες. Ήδη από το 1903 ο Χόλγκερ Πέντερσεν, επιφανής Δανός γλωσσολόγος, επιβεβαίωσε τη μακρινή της σχέση με πρωτογλώσσες όπως ήταν η ουραλική -- που συνδέει τη φιλανδική, την ουγγρική και αρκετές γλώσσες που μιλιούνται από Σοβιετικές εθνότητες -- και η σημιτική, η μητέρα της αραβικής και της εβραϊκής. Ο Πέντερσεν συνέκρινε λέξεις που παραμένουν σχετικά σταθερές, όπως τα εγώ, μοι, συ, τις, τι, όχι κ.λπ., γιατί θεωρούσε ότι ήταν πολύ πιθανό να έχουν κληρονομηθεί αυτούσιες. Η γραμματική μορφολογία των λέξεων αυτών ήταν τόσο εκπληκτικά όμοια στις γλώσσες που εξέτασε, ώστε ο Πέντερσεν υπέθεσε ότι θα πρέπει να προϋπήρξε κάποια φυλή με έδρα τη Μικρά Ασία, από την οποία εκπορεύτηκαν όλες οι μεταγενέστερες. Αποκάλεσε το λαό αυτό Νοστράτες -- από το λατινικό noster που σημαίνει δικός μας -- και υποστήριξε ότι η νοστρατική γλώσσα γέννησε αρκετές από τις γνωστές γλωσσικές οικογένειες: την αφροασιατική (που περιλαμβάνει τη σημιτική), τις αλταϊκές γλώσσες της ανατολικής Ασίας (ιαπωνική, κορεατική και τουρκική), την ουραλική και την ινδοευρωπαϊκή.

Ποιος είναι ο λόγος της ύπαρξης τόσο πολλών διαφορετικών γλωσσών στη Γη, και πόσο επηρεάστηκε η εξέλιξη του ανθρώπου από το γεγονός αυτό;

Ορισμένοι ανθρωπολόγοι εκτιμούν ότι οι πρώτες γλώσσες έχουν τις ρίζες τους στις λεγόμενες αρχέγονες γλώσσες των ομάδων του Homo sapiens που ζούσαν στην Αφρική πριν από 150.000 περίπου χρόνια. Όταν ομάδες Homo sapiens μετανάστευσαν από την Αφρική και εγκαταστάθηκαν στην Ασία και στην Ευρώπη, πήραν μαζί τους και τις γλώσσες τους, οι οποίες στη συνέχεια μετεξελίχθηκαν χωριστά η μία από την άλλη.

Σύμφωνα με τον καθηγητή γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου του Berkley της Καλιφόρνια John Mc Whorther, η γλώσσα λειτουργεί σαν ένας ζωντανός οργανισμός και είναι στη φύση της να εξελίσσεται, όπως εξελίχθηκε βιολογικά και ο άνθρωπος ως είδος.

Κατά συνέπεια, το περιβάλλον στο οποίο ρίζωσαν οι διάφορες ανθρώπινες ομάδες, ο τρόπος ζωής τους, οι κλιματικές συνθήκες κτλ. συνέβαλλαν στην εξέλιξη των γλωσσών σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Εάν θα ήταν δυνατόν οι ομάδες των αρχέγονων προγόνων μας να συνέχιζαν να μένουν κοντά η μία στην άλλη, κατά πάσα πιθανότητα θα συνέχιζαν να μιλούν και την ίδια γλώσσα. Όμως η διασπορά, με το χρόνο είχε ως φυσικό αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων γλωσσών. Αν κανείς πολλαπλασιάσει το φαινόμενο αυτό με τις ανθρώπινες φυλές που υπάρχουν στη Γη, εύκολα καταλαβαίνει γιατί σήμερα υπάρχουν περίπου 6.000 γλώσσες στον κόσμο. Ωστόσο, πολλοί επιστήμονες πιστεύουν ότι κάποτε στην ανθρώπινη ιστορία υπήρχαν τουλάχιστον 100.000 γλώσσες και ότι περίπου το 90% από αυτές έχουν εξαφανιστεί.

Εκτιμούν, επίσης, ότι στα επόμενα 100 χρόνια θα υπάρχουν μόλις 500 γλώσσες στον κόσμο, κυρίως γιατί οι «μεγάλες» γλώσσες, όπως τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα πορτογαλικά, τα αραβικά, τα ρωσικά και τα κινέζικα, «καταβροχθίζουν» τις υπόλοιπες. Δεν είναι εύκολο να εκτιμήσει κανείς πόσο διαφορετική θα ήταν η εξέλιξη του ανθρώπου εάν όλοι οι άνθρωποι μιλούσαν την ίδια γλώσσα από την εποχή του Homo sapiens. Πιθανότατα όμως θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αρκετές διαμάχες και πόλεμοι ανά τους αιώνες.

 

 

 

2. Γραφή

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κεφάλαιο 1

Η Γραφή

Γραφή είναι η αναπαράσταση της γλώσσας με την τέχνη του κειμένου και μέσα από την χρήση ενός συνόλου σημείων ή συμβόλων (γνωστού και ως σύστημα γραφής). Η γραφή μπορεί να χρησιμοποιήσει αφηρημένους χαρακτήρες που αναπαριστούν τα φωνητικά στοιχεία του λόγου, όπως στις Ινδο-ευρωπαϊκές γλώσσες, ή απλοποιημένες αναπαραστάσεις αντικειμένων και εννοιών, όπως είχαμε στην Ανατολική Ασία και στην Αρχαία Αίγυπτο στις πικτογραφικές μορφές γραφής. Εντούτοις η γραφή διακρίνεται από την εικονογραφία, όπως τα σχέδια εντός των σπηλαίων και η ζωγραφική, και την μη συμβολική διατήρηση της γλώσσας μέσα από μη κειμενικά μέσα, όπως ήταν οι μαγνητικές ταινίες ηχογράφησης.

Αλφάβητο σφηνοειδούς περσικής γραφής

Η αποκρυπτογράφησή της έγινε από τους Γκρότεφεντ (1802) και Ρώλινσον (1846).

Είδη σφηνοειδούς γραφής είναι η γραφή Ουγγαρίτ (στις ακτές της Συρίας) με 22 συμφωνογράμματα και η της Περσέπολης με 36 συμφωνογράμματα. Ξέπεσαν σε αχρησία τον 3ο - 5ο π.Χ. αι.

Η σφηνοειδή γραφή ονομάστηκε έτσι, δηλαδή σφηνοειδής, επειδή τα γράμματά της είναι ως οι σφήνες (καρφιά) και όχι γραμμές ή εικόνες πραγμάτων, όπως συμβαίνει στις άλλες παλιές και κυρίως τις ιβδικές.

Στη σφηνοειδή γραφή οι λέξεις γράφονται με τον ίδιο τρόπο (μηχανισμό) που ισχύει και στις πολύ παλιές γραφές (αιγυπτιακή ιερατική, γραμμική κ.α.).

Το φοινικικό αλφάβητο είναι συμφωνογραφικό αλφάβητο με 22 γράμματα, που χρησιμοποιούσαν στον Λίβανο, την Παλαιστίνη και την Συρία από τον 11ο μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ. στα γραπτά κείμενα της Φοινικικής, Αραμαϊκής, Εβραϊκής και άλλων Σημιτικών γλωσσών.

Τα γράμματα του Φοινικικού αλφαβήτου είναι απλοποίηση των αντίστοιχων γραμμάτων του πρωτοσημιτικού αλφάβητου, ενώ το παλαιότερο γραπτό δείγμα που έχει βρεθεί είναι μια επιγραφή στη σαρκοφάγο του βασιλιά Αχιράμ της Βύβλου στον σημερινό Λίβανο το 1000 π.Χ..

Σ'αυτό βασίστηκε το αραμαϊκό, εβραϊκό και το ελληνικό αλφάβητο. οικογένειας, καθώς και το αραβικό αλφάβητο. Aπό το ελληνικό αλφάβητο προέρχονται το λατινικό και το κυριλλικό αλφάβητο.

Τα πρώτα βεβαιωμένα δείγματα γραφής στο Αιγαίο προέρχονται από την Κρήτη και χρονολογούνται γύρω στο 2000 π.Χ. Η αρχαιότερη γνωστή γραφή είναι η Κρητική Ιερογλυφική, η οποία ονομάστηκε έτσι επειδή βασίζεται σε ένα σύστημα ιδεογραμμάτων που παρουσιάζουν κάποιες ομοιότητες με τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά. Σύντομα (1800 π.Χ.) το σύστημα αυτό αντικαταστάθηκε από μια συλλαβική γραφή (κάθε σύμβολο αντιστοιχεί σε μία συλλαβή) γνωστή ως Γραμμική Α.

Γύρω στο 1450 π.Χ. (ή το 13ο αι. π.Χ. σύμφωνα με μια άλλη εκδοχη κάνει την εμφάνισή του ένα νέο σύστημα συλλαβικής γραφής,

ε γνωστό ως Γραμμική Β. Το νέο σύστημα

Χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για διοικητικούς σκοπούς στα ανάκτορα της Κρήτης (Κνωσός, Κυδωνία) και της μυκηναϊκής Ελλάδας (Μυκήνες, Τίρυθνα, Πύλος, Θήβα). Διοικητικές πράξεις και οικονομικές συναλλαγές καταγράφονταν σε πήλινες πινακίδες που φυλάσσονταν σε ειδικά αρχεία.

Το φοινικικό αλφάβητο αποτελείτο από 22 γράμματα και αντιστοιχούσαν όλα σε σύμφωνα. σύμβολα σε φωνήεντα και προσθέτοντας γράμματα που απέδιδαν φθόγγους άγνωστους στους Φοίνικες.

Η κατανομή των συστημάτων γραφής σήμερα

 

Σύστημα γραφής είναι ένα συμβολικό, οπτικό σύστημα καταγραφής της γλώσσας. Σε αντίθεση με την οπτική, ζωγραφική απεικόνιση γεγονότων και αφηγήσεων, τα συστήματα γραφής είναι συμβατικοποιημένοι, λίγοτερο.

Η καταγωγή των συστημάτων γραφής ανάγεται στη Μεσοποταμία της 4ης χιλιετίας π.Χ. όπου έχουν βρεθεί τα αρχαιότερες πινακίδες σουμεριακής σφηνοειδούς γραφής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κεφάλαιο 2

Ο Πάπυρος

Το πιο σημαντικό υλικό γραφής της αρχαιότητας, το οποίο απέκτησε και τη μεγαλύτερη σημασία μέσα στα χρόνια, ήταν ο πάπυρος. Ο πάπυρος προέρχονταν από το φυτό πάπυρος ή χάρτης, όπως ονομάζονταν από τους Έλληνες, ένα χαμόδεντρο που ανήκει στα ξυνόχορτα και αγαπά την υγρασία και τη ζέστη, με περιοχή διάδοσής του το Νείλο της Αιγύπτου. Η εν λόγω γραφική ύλη προέρχονταν από την καρδιά του κατώτερου τμήματος του στελέχους του φυτού, ενώ ο Πλίνος παραθέτει αναλυτική σχετική αναφορά.

Ο πάπυρος έφτανε στο εμπόριο πάντα με τη μορφή τέτοιων ρολών τα οποία κόβονταν έπειτα στο επιθυμητό μέγεθος. Το πρώτο φύλλο, το πρωτόκκολλον, έμενε συνήθως άγραφο ως προστατευτικό του κυλίνδρου. Το κείμενο γράφονταν σε στήλες, σελίδες, συνήθως μόνο στη λεία εσωτερική επιφάνεια αρχίζοντας από το αριστερό άκρο. Ο τίτλος του κειμένου και το όνομα του συγγραφέα αναγράφονταν σε πρόσθετη δερμάτινη ταινία, το λεγόμενο σίλλυβο.

 

Ο πάπυρος γενικά είχε ανοιχτό τόνο, ήταν εύκαμπτο υλικό γραφής, και διέθετε την πρέπουσα ελαστικότητα, ενώ χρησιμοποιούνταν κυρίως για μακροσκελή κείμενα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κεφάλαιο 3

Η Μελάνη  

Xρωματιστή υγρή ουσία που χρησιμοποιείται στη γραφή, στην τυπογραφία, στη σχεδίαση, στη ζωγραφική και αλλού. Λέγεται μελάνη, γιατί το πρώτο χρώμα που χρησιμοποιήθηκε ήταν το μαύρο. Σήμερα βέβαια υπάρχουν πολλά είδη και χρώματα μελάνης, που είναι κυρίως διαλύματα χρωστικών διάφορων ουσιών και αραβικού κόμμεος.

Η μελάνη είναι γνωστή σε αρκετούς λαούς από τα αρχαία χρόνια, όπως στους Αιγυπτίους, τους Βαβυλώνιους και τους Κινέζους, απ' όπου και το όνομα "σινική" της ανεξίτηλης μελάνης.

Αυτές οι μελάνες κατασκευάζονταν τότε με διάφορες ζωικές ή φυτικές ουσίες στις οποίες προσθέτονταν ζωική κόλλα ή κόμμι, όπως και μερικές πικρές ουσίες για να μην καταστρέφονται από τα έντομα.

Είδη μελάνης

Τα πιο γνωστά είδη μελάνης, που έχουν άμεση χρήση σήμερα είναι:

Η μαύρη μελάνη για γράψιμο, που είναι και το παλαιότερο είδος. Η σύνθεσή της είναι από αιθάλη (καπνιά) και νερό.

Οι χρωματιστές μελάνες, που η σύνθεσή τους είναι από διάλυμα χρωστικών ουσιών και νερού.

Η ειδική μελάνη που έχουν τα φωτογραφικά όργανα, όπως αυτά που μετρούν τη βαρομετρική πίεση, τη θερμοκρασία κ.ά. Η χρωστική ύλη διαλύεται σε μείγμα γλυκερίνης και νερού, για να μην ξεραίνεται.

Οι ανεξίτηλες μελάνες είναι αυτές που διατηρούν την ισχύ της και μετά από πλυσίματα με αποχρωστικά μέσα. Κυρίως περιέχουν άργυρο.

Οι μελάνες κόπιας ή πολυγράφων, το καρμπόν. Περιέχουν υγροσκοπικές ουσίες, όπως σάκχαρο, γλυκερίνη, χλωριούχο κάλιο κ.ά. Η μελάνη του πολύγραφου είναι μείγμα ελαίων, χρωστικών υλών και στερεών ουσιών.

Η σινική μελάνη που χρησιμοποιείται στο σχεδίασμα και περιέχει αιθάλη.

Συμπαθητική μελάνη. Αυτή που τα γράμματά της είναι αόρατα και μπορούν να γίνουν ορατά μετά από ειδική κατεργασία, όπως μετά τη χρήση διάφορων ουσιών, χυμού λεμονιού, γάλακτος κλπ. καθώς και μετά από θέρμανση του γραμμένου με συμπαθητική μελάνη χαρτιού.

Μελάνη τυπογραφείου. Υπάρχουν πολλά είδη τέτοιας μελάνης που είναι γνωστή από παλιά. Οι Κινέζοι χρησιμοποιούσαν αυτήν τη μελάνη (οι πρώτοι που την ανακάλυψαν). Γίνεται από μείγμα λινελαίου και αιθάλης.

 

                                    

Κεφάλαιο 4

Η ιστορία του χαρτιού

Η αγγλική λέξη paper* (όπως επίσης η γαλλική papier, η γερμανική Papier, η σουηδική papper, η ισπανική papel) προέρχεται από την ονο­μασία του υδροχαρούς φυτού “πάπυρος” (Cyperus papyrus) που φυόταν στις όχθες του Νείλου (το φυτό δεν υπάρχει σήμερα στην Αίγυπτο) και αποτέλεσε σημαντική επιφάνεια γραφής από την 3η χιλιετηρίδα π.Χ. και μετέπειτα.Πολύ νωρίς οι Κινέζοι άρχισαν να σκέφτονται τρόπους για να αξιοποιήσουν τα κομμάτια (ξακρίδια), τα οποία προέρχονταν από την κοπή των υφασμάτων κατά την κατασκευή των βιβλίων.

Έτσι, άρχισαν να μουσκεύουν και να «χτυπούν» τα υφάσματα για να απελευθερώσουν τις ίνες, ώσπου τελικά οδηγήθηκαν στην εφεύρεση του χαρτιού.

Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΤΙΟΥ ΚΑΙ Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ

Πραγματικό χαρτί (με τη μορφή απελευθερωμένων ινών) αναφέρεται ότι παρασκευάστηκε για πρώτη φορά το 105 μ.Χ. στην Κίνα από τον Ts’ai Lun, αξιωματούχο του αυτοκράτορα. Όμως η χρονολογία αυτή μάλλον είναι αυθαίρετη, αφού προσπάθειες παρασκευής χαρτιού από ίνες είχαν προηγηθεί αρκετό διάστημα πριν, χωρίς όμως να τελειοποιηθούν και να ανακοινωθούν δημόσια. Κομμάτια χαρτιού από ίνες κάνναβης και ξύλινες πινακίδες που έφεραν γραπτό κείμενο βρέθηκαν στην Κίνα και χρονολογούνται μεταξύ 73 και 49 π.Χ. Άλλοι υποστηρίζουν ότι χαρτί παρασκευάστηκε το 327 π.Χ. Το 105 μ.Χ. όμως αναγγέλθηκε επίσημα η παρασκευή χαρτιού. Η τεχνική κρατήθηκε μυστική, αλλά μάλλον χρησιμοποιήθηκαν φυτικές ίνες από το εσωτερικό του φλοιού ενός είδους μουριάς (Broussonetia papyrifera) και ίνες κάνναβης (από δίχτυα ψαρέματος, σχοινιά και υφάσματα). Αργότερα χρησιμοποίησαν και άλλες φυτικές ίνες, όπως κινέζικο χόρτο (China grass ή ramie), μπαμπού, άχυρο ρυζιού κ.ά.

Η παραδοσιακή αυτή τεχνική παραγωγής χαρτιού στην πιο κλασική μορφη.Το χαρτί χρησιμοποιούταν όχι μόνο ως επιφάνεια γραφής, αλλά και για διακοσμητικούς λόγους στα σπίτια και στους ναούς των Κινέζων. Η τεχνική του χαρτιού διαδόθηκε και επικράτησε σε όλη την επικράτεια της Κίνας μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ. Την ίδια εποχή αναφέρεται και η χρησιμοποίηση κόλλας από σπόρους δημητριακών για αδιαβροχοποίηση (sizing) του χαρτιού. Για πέντε αιώνες οι Κινέζοι κράτησαν μυστική την τεχνική της χαρτοποιίας και διατήρησαν το μονοπώλιο παραγωγής χαρτιού Οι Κινέζοι ήταν οι πρώτοι που κατασκεύασαν χάρτινο χρήμα, χαρτί τουαλέτας και βιβλία από χαρτί.Στα πρώτα φύλλα χαρτιού που παρασκευάστηκαν γράφτηκαν οι σκέψεις του Κομφούκιου και πολλά άλλα θρησκευτικά κείμενα των λαών της Ανατολής. Η παρασκευή του χαρτιού ξεκίνησε στην Ιαπωνία περίπου το 610 μ.Χ. από το βουδιστή μοναχό Dokyo. Οι Ιάπωνες τη βελτίωσαν ακόμη περισσότερο και παρασκεύαζαν χαρτί εξαιρετικής ποιότητας από διάφορες φυτικές ίνες σε πολλά εργαστήρια, σε όλη την επικράτεια της χώρας.

Αρχικά στο χαρτί γράφονταν χειρόγραφα κείμενα. Το χαρτί που έφτιαχναν οι Κινέζοι και οι Ιάπωνες χρησιμοποιώντας φυτικές ίνες και κόσκινα από μπαμπού ήταν λεπτό, μαλακό, εύκαμπτο και απορροφητικό, κατάλληλο για τη σχεδίαση με πινέλο των συμβόλων των γλωσσών των δύο λαών. Επειδή το χαρτί ήταν λεπτό και όχι αρκετά αδιαφανές,

Η χρήση του χαρτιού έγινε γνωστή μέσω του εμπορίου στην Ισπανία το 950 και στη Σικελία το 1102. Το πρώτο ευρωπαϊκό χειρόγραφο σε χαρτί χρονολογείται το 1109 στη Σικελία .Τον 12ο αιώνα οι Άραβες έφθασαν ως κατακτητές στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν χαρτοποιίες. Η πρώτη από αυτές λειτούργησε το 1150 στην πόλη Xativa (σημερινή Jativa). Από εκεί η τεχνική παραγωγής του χαρτιού διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Ιταλία το 1154 χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά χαρτί που είχε εισαχθεί από την Ανατολή, αλλά η πρώτη χαρτοποιία (η περίφημη Fabriano) λειτούργησε στη χώρα αυτή το 1276. Το 1228 χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το χαρτί στη Γερμανία, το 1309 στην Αγγλία και το 1322 στην Ολλανδία. Στη συνέχεια λειτούργησαν χαρτοποιίες το 1340 στη Γαλλία, το 1390 στη Γερμανία, το 1495 στη Βρετανία, το 1576 στη Ρωσία, το 1586 στην Ολλανδία και το 1635 στη Δανία. Οι χαρτοποιίες συνήθως χτίζονταν δίπλα σε ποτάμια, ώστε να έχουν αφθονία νερού, το οποίο αξιοποιούσαν για τη μεταφορά των κορμών των δένδρων, ως υδραυλική ενέργεια για την κίνηση των μηχανημάτων και ως πρώτη ύλη κατά τη διεργασία (αποΐνωση, χαρτοποίηση κ.ο.κ). Στην αρχή το χαρτί στην Ευρώπη αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία, όχι μόνο γιατί ήταν ακριβότερο και ευπαθέστερο από την περγαμηνή, αλλά και γιατί οι χριστιανοί αποδοκίμαζαν, ακόμη και κατάστρεφαν, ό,τι είχε σχέση με τον ισλαμικό πολιτισμό. Παρ’ όλα αυτά, οι γραφείς σύντομα κατάλαβαν ότι το καινούριο υλικό θα αντικαθιστούσε στο άμεσο μέλλον την περγαμηνή.

 

Κεφάλαιο 5

Το βιβλίο

Οι πρόγονοι των σημερινών βιβλίων ήταν πήλινες πλάκες πάνω στις οποίες έγραφαν χρησιμοποιώντας ένα είδος γραφίδας. Οι πλάκες αυτές χρησιμοποιήθηκαν από τους Σουμέριους, τους Βαβυλώνιους και άλλους λαούς της Μεσοποταμίας. Κατά τη μεσαιωνική εποχή στην Ευρώπη (5ος με 15ος αιώνας μ.Χ.), τα βιβλία εξακολούθησαν να αναπαράγονται χειρόγραφα, κυρίως σε μοναστήρια. Τα κείμενα ήταν κυρίως θρησκευτικού περιεχομένου αλλά υπήρξαν και αντιγραφές κάποιων κλασσικών αρχαίων έργων που με αυτό τον τρόπο διασώθηκαν μέχρι της μέρες μας.

Τα πρώτα τυπωμένα βιβλία εμφανίστηκαν στην Κίνα τον 6ο αιώνα μ.Χ

Κατά την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης (19ος - 20ος αιώνας), η παραγωγή του

βιβλίου γνωρίζει μια νέα τεράστια άνθηση. Ο αριθμός αντιτύπων αυξάνεται με γεωμετρικούς ρυθμούς ενώ το κόστος παραγωγής πέφτει κάθετα. Με την μηχανοποίηση και εντέλει τον αυτοματισμό στα τυπογραφεία, το να παραχθούν χιλιάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες αντιτυπα ενός βιβλίου είναι πια όχι απλά κάτι εφικτό αλλά και οικονομικά συμφέρον. Δημιουργούνται αναρίθμητες Βιβλιοθήκες  από κράτη, ιδρύματα, οργανισμούς, πολιτιστικούς συλλόγους αλλά και ιδιώτες και κάποιες από αυτές περιλαμβάνουν εκατοντάδες χιλιάδες τόμους βιβλίων στα ράφια τους. Το βιβλίο είναι πια κάτι προσιτό σε όλους και όχι είδος πολυτελείας ή επίδειξης της κοινωνικής θέσης κάποιου ατόμου.

Στον εικοστό αιώνα εφευρέσεις όπως το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, ο κινηματογράφος και τέλος η ¨επανάσταση της Πληροφορικής" με τους

προσωπικούς υπολογιστές και τις συσκευές CD-ROM απείλησαν το βιβλίο

μέσο επικοινωνίας και διάδοσης ιδεών. στην παραδοσιακή του μορφή.

 

 

3. Βιβλιοθήκες

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

4. Τυπογραφία

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εισαγωγή

Το τέλος της εποχής των παγετώνων (12η-11η χιλιετία π.Χ.) δημιούργησε ευνοϊκότερες συνθήκες για τον homo sapiens, ο πληθυσμός του οποίου γνώρισε σημαντική άνοδο. Οι κυνηγοί και οι τροφοσυλλέκτες δίνουν τη σκυτάλη στους γεωργούς οι οποίοι εγκαθίστανται μόνιμα σε οικισμούς. Οι κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν. Εμφανίζεται η ιδιοκτησία, ο καταμερισμός της εργασίας, οι κοινωνικές τάξεις. Παγιώνεται μια αυστηρή κοινωνική ιεραρχία αλλά και μια πρωτοφανής τεχνολογική ανάπτυξη. Την εμφάνισή τους κάνουν οι πρώτες σφραγίδες και τα πρώτα συστήματα μέτρησης. Οι συνθήκες για την εμφάνιση της γραφής ωριμάζουν στις πλούσιες και καλά οργανωμένες διοικητικά πόλεις-κράτη της Μεσοποταμίας, όπου η χρήση κυλινδρικών σφραγίδων είχε ευρύτατα διαδοθεί γύρω στο 3500 π.Χ. Αφετηρία αποτελούν τα ιερογλυφικά συστήματα, αργότερα εμφανίζονται διάφορα συλλαβικά συστήματα, η απλοποίηση φτάνει στο αποκορύφωμά της με τα αλφαβητικά συστήματα, όπου κάθε γράμμα αντιστοιχούσε σε ένα «φώνημα».

 

 

Κεφάλαιο 1

Λίγο πριν τον Γουτεμβέργιο

Η περίοδος από τις αρχές του 14ου μέχρι τα τέλη του 15ου αι. είναι μια από τις πιο σημαντικές της παγκόσμιας ιστορίας. Η Ευρώπη βρίσκεται σε φάση κοινωνικών αλλαγών και αναζητήσεων. Η ευρωπαϊκή οικονομία, μετά από μια μακρά περίοδο στασιμότητας, αρχίζει πάλι να αναπτύσσεται και ο μεσαιωνικός κόσμος σβήνει.

Στη νέα κοινωνία που διαμορφώνεται η γνώση της γραφής καθίσταται περισσότερο απαραίτητη και τα έγγραφα πολλαπλασιάζονται. Η ταχύτητα της γραφής αυξάνεται οι γραφείς γράφουν πρόχειρα και βιαστικά. Σχολεία ιδρύονται, η Ευρώπη προχωρά ολοταχώς προς την Αναγέννηση. Συνοψίζουμε: στα τέλη του 14ου και στις αρχές του 15ου αι. μια νέα τάξη πραγμάτων αποκρυσταλλώνεται στον ευρωπαϊκό χώρο. Την επιβάλλει η δυναμική είσοδος της αστικής τάξης. Η ανερχόμενη τάξη, θέλει να κυριαρχήσει και πολιτικά, θα πρέπει να διαδώσει τις αξίες και τις ιδέες της μ’ ένα νέο, πιο μαζικό, μέσο επικοινωνίας: αυτό το μέσο ήταν η τυπογραφία. Βρισκόμαστε αρχικά στην Κίνα τον 7ο ή 8ο αιώνα μ.Χ. Η πρώιμη αυτή εκδοχή της τυπογραφίας δεν είχε και πολλά κοινά με την τυπογραφία του Γουτεμβέργιου. Για την κατασκευή των τυπογραφικών πλακών χρησιμοποιούσαν κομμάτια ξύλου. Στην Ευρώπη, γύρω στον 12ο αι. μ.Χ., η τεχνική της ξυλογραφίας χρησιμοποιήθηκε για τη διακόσμηση υφασμάτων. Αργότερα, στις αρχές περίπου του 15ου αι., έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες εκτυπώσεις σε χαρτί. Τα πιο συνηθισμένα αντικείμενα ήταν εικόνες δημοφιλών αγίων της εποχής διακινούνταν μέσω των μεγάλων μοναστηριών. Μέσα 15ου αι. εμφανίζεται μια άλλη μέθοδος αναπαραγωγής εικόνων, η χαλκογραφία, όπου ο τεχνίτης χαράζει με ειδικό εργαλείο το θέμα του σ’ ένα φύλλο μαλακού μετάλλου, συνήθως χαλκού.  Το 1434, συναντούμε στο Στρασβούργο το Γουτεμβέργιο ν’ ασχολείται με μια άγνωστη σε μας «νέα τέχνη» (τυπογραφία). Το 1448 έχει σχεδόν τελειοποιήσει την εφεύρεσή του. Από τα πολλά κ ύστερα από διαμάχες και δίκες το 1455 εκδίδεται το αριστούργημα του Γουτεμβέργιου, η «Βίβλος των 42 στίχων», το πρώτο ευρωπαϊκό βιβλίο που τυπώθηκε με κινητά στοιχεία. Η νέα τέχνη διαδίδεται σχεδόν αστραπιαία σε ολόκληρη την Ευρώπη από ομάδες περιπλανώμενων τυπογράφων.

Η τεχνολογία της εκτύπωσης στην εποχή του Γουτεμβέργιου

  Τυπογραφία είναι η τεχνική της αναπαραγωγής κειμένων (και εικόνων) με «τύπους» ή κινητά μεταλλικά στοιχεία, που μέχρι τα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα ήταν το μοναδικό μέσο για την εκτύπωση κειμένων. Για να υπάρξει επομένως τυπογραφία, πρέπει κατ’ αρχάς να κατασκευαστούν τα μεταλλικά στοιχεία. Η πρώτη δουλειά του κατασκευαστή στοιχείων (στοιχειοχύτης) ήταν η δημιουργία του αρχικού προτύπου. Στην συνέχεια άρχιζε το πιο δύσκολο και χρονοβόρο έργο, η κατασκευή της τυπογραφικής πλάκας. Η τυπογραφική φόρμα σπάνια συνέπιπτε με την τελική σελίδα του βιβλίου. Οι σελίδες τοποθετούνταν (μοντάρονταν) με τέτοιο τρόπο στη φόρμα, ώστε μετά το δίπλωμα του χαρτιού να έρθουν στην σωστή τους θέση και σειρά.   Η εργασία της εκτύπωσης γινόταν στο πιεστήριο που ήταν μια απλή μηχανική διάταξη, αποτελούμενη από δύο μέρη: μια σταθερή στην αρχή και κινητή αργότερα επίπεδη βάση, όπου τοποθετούνταν η φόρμα, και ένα μηχανισμό πίεσης από μια επίπεδη πλάκα που περιστρεφόταν πάνω σ’ έναν κοχλιωτό άξονα. Πριν ξεκινήσει η εκτύπωση, ο τυπογράφος έπρεπε να «βρει τα μέτρα», να κάνει δηλαδή ορισμένες ρυθμίσεις, ώστε το κείμενο να τυπώνεται στο ίδιο ακριβώς σημείο και στις δύο όψεις του κάθε φύλλου. Στην συνέχεια άρχιζε η εργασία της κυρίως εκτύπωσης. Μετά την εκτύπωση η φόρμα επέστρεφε στην αρχική της θέση, το τυπωμένο φύλλο έβγαινε και στο τύμπανο φορτωνόταν το επόμενο. Με αυτόν τον τρόπο δύο καλοί τεχνίτες μπορούσαν να τυπώσουν περίπου 200 φύλλα την ώρα. Η παραγωγή του βιβλίου ολοκληρωνόταν με τη βιβλιοδεσία.

Η εξέλιξη του επίπεδου τυπογραφικού πιεστηρίου (15ος - 18ος αι.)

Οι τεχνολογικές βελτιώσεις που έγιναν στο παλιό πιεστήριο από τα μέσα του 15ου μέχρι και τα τέλη του 18ου αιώνα, αν και σημαντικές, δεν επέφεραν μεγάλες αλλαγές στον τρόπο της λειτουργίας του. Στα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι την εμφάνιση της φωτογραφίας (μέσα 19ου αι.) ελάχιστες ήταν οι καινοτομίες στις παραδοσιακές μεθόδους αναπαραγωγής εικόνων.

 

Κεφάλαιο 2

Η τυπογραφία από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα

Η περίοδος της ανεξαρτησίας (16ος αι.)

  Στα μέσα του 16ου αι. η τυπογραφία έχει κατακτήσει σχεδόν κάθε γωνιά της Ευρώπης. Καθιερώνεται το έντυπο βιβλίο και διαμορφώνει το δικό του ύφος.   Στο νέο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον της Ευρώπης του Ανθρωπισμού και της Μεταρρύθμισης, το βιβλίο, εκτός από πολιτιστικό αγαθό, αντιμετωπίζεται και σαν εμπόρευμα που υπόκειται στους νόμους της αγοράς και το τυπογραφείο σαν επιχείρηση που λειτουργεί με σκοπό το κέρδος. Για να μειώσουν το κόστος της παραγωγής, οι τυπογράφοι περιορίζουν τη δίχρωμη εκτύπωση. Περιορίζουν το μέγεθος των βιβλίων, τα στοιχεία μικραίνουν, εξοικονομείται χώρος. Στα μέσα του 16ου αι. γίνεται μια σημαντική στροφή στην Ευρώπη επακόλουθο της Μεταρρύθμισης. Η μετάφραση της Βίβλου στα γερμανικά από τον Μαρτίνο Λούθηρο αποτέλεσε το μεγαλύτερο εκδοτικό γεγονός της εποχής.
Η εποχή της απελευθέρωσης (17ος αι.) 

Ο 17ος αι. είναι σε γενικές γραμμές για την τυπογραφία μια περίοδος οπισθοχώρησης, αφού για να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση, οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να ρίξουν την ποιότητα των προϊόντων τους, ώστε να τα καταστήσουν πιο ελκυστικά στο έτσι κι αλλιώς περιορισμένο αναγνωστικό κοινό. Αρχίζει λοιπόν η εποχή των φθηνότερων βιβλίων μικρού σχήματος. Τη στρατηγική των εκδοτών καθορίζουν οι προτιμήσεις των αναγνωστών-πελατών, οι οποίοι στρέφονται έτσι στους πιο εμπορικούς συγγραφείς της εποχής, οι οποίοι, όπως είναι φυσικό, ασχολούνται με επίκαιρα πολιτικά και θρησκευτικά ζητήματα και πολύ συχνά αμφισβητούν την καθεστηκυία τάξη. Η αντίδραση της τελευταίας υπήρξε άμεση προσπάθησαν λοιπόν, να θέσουν υπό τον έλεγχό τους το κύκλωμα παραγωγής και διακίνησης του βιβλίου. Πολλά έργα συνέχιζαν να κυκλοφορούν παράνομα. Οι φωνές υπέρ της ελευθερίας του λόγου, δυναμώνουν και η κατάσταση φαίνεται πως δεν θα είναι για πολύ καιρό ανεκτή. Τελικά το 1709 το ψήφισμα του «Νόμου των Πνευματικών Δικαιωμάτων» κατάργησε οριστικά τη λογοκρισία και ρύθμισε τα δικαιώματα τόσο του εκδότη, όσο και του δημιουργού.   Οι γενικότερες πνευματικές κατευθύνσεις της εποχής επηρέασαν τόσο το σχεδιασμό των τυπογραφικών στοιχείων, όσο και την αισθητική των εντύπων.   Όσον αφορά στην τεχνολογία των εκτυπώσεων, ο 17ος αι. δεν έχει να παρουσιάσει σημαντικές καινοτομίες.

Η εποχή του θριάμβου (18ος αι.)  

  Ένας πρωτόγνωρος άνεμος ελευθερίας πνέει στην Ευρώπη την εποχή του Διαφωτισμού. Η τυπογραφία, πιστή στο πνεύμα του Διαφωτισμού, αναλαμβάνει τώρα να δημιουργήσει και το «γράμμα» του. Και πρώτα απ’ όλα το κείμενο. Αυτό γράφεται με χαρακτήρες απλούς, καθαρούς και απαλλαγμένους από διακοσμητικά στοιχεία.   Ο 18ος αι. ήταν ένας αιώνας επαναστάσεων. Και η τυπογραφία δεν θα μπορούσε να βρει πιο κατάλληλη στιγμή για να κάνει κι αυτή τη δική της.

 

Κεφάλαιο 3

Η περίοδος της εκβιομηχάνισης (19ος αι.)

Η Βιομηχανική Επανάσταση σπάει τα αγγλικά σύνορα και εξαπλώνεται σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Οι επιστημονικές ανακαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη. Νέα μέσα μεταφοράς και επικοινωνίας νέες πηγές ενέργειας έτσι η οικονομία εισέρχεται σε μία νέα φάση ανάπτυξης. Οι εφημερίδες, τα μοναδικά μέσα ενημέρωσης της εποχής, εντυπωσιακά όμως αναπτύσσεται και η αγορά του βιβλίου. Στις πηγές της πληροφορίας και της γνώσης αποκτούν πρόσβαση περισσότεροι άνθρωποι, χάρη στην υποχώρηση του αναλφαβητισμού και την γενικότερη άνοδο του βιοτικού επιπέδου των μεσαίων κοινωνικών τάξεων. Οι εκδόσεις γίνονται μαζικές. Η οικονομική συγκυρία δεν είναι όμως πάντοτε ευνοϊκή. Οι επιχειρήσεις μειώνουν το κόστος τυπώνουν σε φθηνότερο χαρτί, παραμελούν τη  βιβλιοδεσία, ρίχνουν το βάρος στην αύξηση της παραγωγής. Τις κατευθύνσεις όμως που πήρε η τέχνη και η τυπογραφία καθόρισε ένας άνθρωπος που δεν ήξερε καθόλου να ζωγραφίζει και για να καλύψει αυτή του την αδυναμία είχε μια φαεινή στην κυριολεξία ιδέα: να βάλει το φως να «ζωγραφίσει» για λογαριασμό του! Ο άνθρωπος αυτός λεγόταν Joseph-Nicιphore Niepce κι αυτό που ανακάλυψε ήταν η φωτογραφία.

Η τεχνολογία των εκτυπώσεων το 19ο αι.

Η «κυλινδρική» επανάσταση  

  Το 1814 ο Koenig κατασκεύασε για λογαριασμό της εφημερίδας Times του Λονδίνου ένα πιεστήριο με δύο κυλίνδρους πίεσης που τύπωναν δύο φύλλα, ένα καθώς το τραπέζι με τη φόρμα πήγαινε προς τα εμπρός και ένα καθώς επέστρεφε στην αρχική του θέση. Η μηχανή αυτή χρησιμοποιούσε ως κινητήρια δύναμη τον ατμό και μπορούσε να παράγει περίπου 1.100 φύλλα την ώρα. Για να επιταχυνθεί ακόμα περισσότερο η διαδικασία, ήταν απαραίτητο να πάρει κυλινδρικό σχήμα και η επίπεδη τυπογραφική φόρμα. Αυτό επιτεύχθηκε τριάντα χρόνια αργότερα (1844) από τον Αμερικανό Richard Hoe, που κατασκεύασε την πρώτη μηχανή με κυλινδρική εκτυπωτική πλάκα, η οποία μπορούσε να τυπώνει περίπου 8.000 αντίτυπα την ώρα. . Το πρώτο πιεστήριο ήρθε αργότερα (στην ελληνική τυπογραφική ορολογία ονομάζεται  «κυλινδρικό») κατασκευάστηκε από τον Αμερικανό William Bullock το 1865 και μπορούσε να τυπώνει 12.000 περίπου εφημερίδες την ώρα.

Η τυπογραφία πριν την ψηφιακή επανάσταση (1900-1975)  

Οι αναζητήσεις της νέας γενιάς γραφιστών του μεσοπολέμου οδήγησαν από τη διακοσμητική τυπογραφία του 19ου αιώνα, στη λειτουργική τυπογραφία των πρώτων δεκαετιών του 20ού. Χαρακτηριστικό της νέας γραφιστικής αντίληψης ήταν η δημιουργία αλφαβήτων με χαρακτήρες ισόπαχους, με επιδίωξη τους να δείξουν τους χαρακτήρες στην καθαρή τους μορφή.
Η εξέλιξη των πιεστηρίων

Στο τέλος του πολέμου αρχίζει πια να φαίνεται ότι το μέλλον ανήκει στην έγχρωμη εκτύπωση όφσετ. Η τετραχρωμία μπορεί να τυπωθεί και από μονόχρωμη μηχανή. Κατασκευάζονται οι πρώτες μηχανές που είχαν τη δυνατότητα να τυπώνουν περισσότερα από ένα χρώματα απευθείας, με ένα «τράβηγμα» του χαρτιού.

Η εποχή του κατακλυσμού (20ός αι.)

  Μέσα σε λιγότερο από εκατό χρόνια το μικρό χειροκίνητο τυπογραφικό πιεστήριο έχει μετατραπεί σε εργοστασιακή μονάδα με ασύλληπτες παραγωγικές δυνατότητες. Μόνον έτσι μπορεί να ανταγωνιστεί τα νέα μέσα επικοινωνίας. Η καινοτομία όμως που σφράγισε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλη τη φυσιογνωμία της εποχής μας υπήρξε αναμφίβολα η εμφάνιση των ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Η εκτύπωση όφσετ στις αρχές του 21ου αιώνα

  Παρά τις αναμφισβήτητες προόδους της η ψηφιακή εκτύπωση βρίσκεται ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Έχει αρκετό δρόμο ακόμα να διανύσει μέχρι να μπορέσει να ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις την όφσετ, που εξακολουθεί να είναι η βασική μέθοδος εκτύπωσης φυλλαδίων, εφημερίδων, περιοδικών και βιβλίων της εποχής μας.
Οι τελευταίες εξελίξεις στο χώρο της επικοινωνίας θέτουν σε αμφισβήτηση την ίδια την έννοια του εντύπου όπως τη γνωρίσαμε μέχρι σήμερα. Την ίδρυση των πρώτων ηλεκτρονικών καταστημάτων πώλησης βιβλίων ακολούθησε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα η κυκλοφορία «ηλεκτρονικών βιβλίων», εφημερίδων και περιοδικών αποκλειστικά μέσω του διαδικτύου. Η τεχνολογία αλλάζει για μια ακόμα φορά τις παραγωγικές σχέσεις και ανατρέπει τις εύθραυστες έτσι κι αλλιώς ισορροπίες της εκδοτικής αγοράς.